NEWSLETTER

Προσθέστε εδώ το e-mail σας για να σας έχουμε πάντα ενήμερους






Ατμοσφαιρική Ρύπανση και Υγεία

Η ρύπανση της ατμόσφαιρας αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες οικολογικές καταστροφές.  Ειδικά στις μεγάλες πόλεις του Τρίτου Κόσμου, όπως η Μπανγκόγκ, η Πόλη του Μεξικού, κ.ά., ο αέρας είναι εντελώς ακατάλληλος για αναπνοή.  Στην Ινδία, είχε εκτιμηθεί ότι το 1997 υπήρξαν 2,5 εκατ. πρόωροι θάνατοι εξαιτίας της ρύπανσης της ατμόσφαιρας στους εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους.  Οι βασικοί ατμοσφαιρικοί ρύποι είναι κυρίως προϊόντα καύσης φυσικών καυσίμων, ιδιαίτερα στις βιομηχανικές χώρες που καταναλώνουν το 70% του συνόλου των φυσικών καυσίμων.

Oι κυριότερες ομάδες ατμοσφαιρικών ρύπων είναι: τα οξείδια του θείου, το μονοξείδιο του άνθρακα, το όζον και άλλοι φωτοχημικοί οξειδωτές, τα οξείδια του αζώτου, τα αιωρούμενα ατμοσφαιρικά σωματίδια, και ιδιαίτερα αυτά με μικρή αεροδυναμική διάμετρο. Προσοχή έχει επίσης δοθεί σε αλλεργιογόνα, που επιδρούν σε σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού, καθώς και στο θειικό οξύ, που παράγεται με τη χρήση των καταλυτών στα αυτοκίνητα. Η δράση των ατμοσφαιρικών ρύπων σχετίζεται με τη συγκέντρωσή τους, με το εύρος της θερμοκρασίας και της σχετικής υγρασίας που χαρακτηρίζουν διαφορετικά βιομηχανικά και αστικά περιβάλλοντα.

Το διοξείδιο του θείου (SO2), όταν παρέχεται σε σωματιδιακή ελεύθερη μορφή στον αέρα, εκλαμβάνεται σχεδόν συνολικά από το ανώτερο αναπνευστικό σύστημα. Αυτό μπορεί να προκαλέσει βρογχόσπασμο, πνευμονίες και πνευμονικό οίδημα.  Οι επιπτώσεις αυτές είναι συνήθως πιο έντονες στους ασθματικούς και στα μικρά παιδιά.  Επειδή το διοξείδιο του θείου είναι εξαιρετικά διαλυτό στα υγρά των ανθρώπινων ιστών, εύκολα μεταφέρεται και πέρα από το αναπνευστικό σύστημα.  Επίσης, μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό στα μάτια και επιδείνωση καρδιακών παθήσεων.

Το μονοξείδιο του άνθρακα (CO) υποκαθιστά το οξυγόνο στην αιμοσφαιρίνη του αίματος και εμποδίζει την απελευθέρωση οξυγόνου από την αιμοσφαιρίνη στους περιφερειακούς ιστούς. Όσο περισσότερο μονοξείδιο του άνθρακα υπάρχει στον αέρα που εισπνέουμε τόσο λιγότερο οξυγόνο φτάνει στους ιστούς, προκαλώντας συμπτώματα έλλειψης οξυγόνου. Τα συμπτώματα αυτά σε μικρές συγκεντρώσεις (γύρω στα 10-15 mg/m3) μπορεί να είναι ελαφριές ζαλάδες και μείωση της κριτικής ικανότητας, σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις (γύρω στα 100 mg/m3) πονοκέφαλοι ή νωθρότητα, και σε πολύ μεγάλες (300-1.100 mg/m3) λιποθυμίες ή ακόμα και θάνατος.  Φυσικά, τα συμπτώματα αυτά διαφέρουν πολύ από άτομο σε άτομο, ενώ παράλληλα εξαρτώνται και από τον χρόνο έκθεσης στο CO. 

Τα όργανα που επηρεάζονται περισσότερο από το μονοξείδιο του άνθρακα είναι ο εγκέφαλος, η καρδιά και οι σκελετικοί μύες  Στο παρελθόν, η προσοχή είχε κυρίως επικεντρωθεί σε ασθενείς με προβλήματα αρτηριοσκλήρωσης στην καρδιά, που συχνά οδηγούν σε οξέα εμφράγματα.  Σήμερα γνωρίζουμε ότι η αναιμία, οι περιφερειακές αγγειοπάθειες και η υποξαιμία από οποιαδήποτε αιτία επιδεινώνονται από το μονοξείδιο του άνθρακα.

Η έκθεση στο όζον και σε άλλους φωτοχημικούς οξειδωτές έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία. H βραχεία έκθεση στο όζον μπορεί να προκαλέσει πονοκέφαλους, κόπωση, ερεθισμό στα μάτια και το αναπνευστικό σύστημα, μείωση των αναπνευστικών λειτουργιών, εξασθένηση της άμυνας του οργανισμού απέναντι στα λοιμώδη νοσήματα.  Επίσης, ευθύνεται για τη μείωση της ορατότητας, καθώς και για την καφεκίτρινη απόχρωση της ατμόσφαιρας.

Mακροχρόνια έκθεση στο όζον οδηγεί σε καταστροφή των κυτταρικών μεμβρανών και σε αποδομή των πρωτεϊνών (ελαστίνης και κολλαγόνου), κυρίως του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος.  Ως αποτέλεσμα, ο ρυθμός με τον οποίο τα πνευμόνια γερνάνε και η προδιάθεσή τους σε εκφυλιστικά νοσήματα μπορεί να αυξηθεί.  Eπίσης, το όζον, λειτουργώντας συνεργικά με το ΝΟ2, μπορεί να οδηγήσει σε καταστολή της αναπνευστικής λειτουργίας και σε πρόκληση πνευμονικού οιδήματος.  Οι επιπτώσεις αυτές επιδεινώνονται όταν αυξάνεται η συγκέντρωση του όζοντος, η διάρκεια της έκθεσης και η σωματική άσκηση.  Οι ασθματικοί και τα παιδιά είναι πιο ευάλωτοι στις επιδράσεις του όζοντος.

Η έκθεση στο διοξείδιο του αζώτου μπορεί να προκαλέσει αλλεργική ρινίτιδα, βρογχικό άσθμα με βλάβες στους ιστούς, ερεθισμό του αναπνευστικού συστήματος ικανόν να οδηγήσει σε πνευμονικό οίδημα. Αλλεργικές βρογχικές και ρινικές διαταραχές είναι ιδιαίτερα αυξημένες στα νεαρά άτομα και έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση των απουσιών από το σχολείο και τη μείωση της παραγωγικότητας. Eίναι επίσης αυξημένες στους ασθματικούς και στους ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Aπό πειράματα με πειραματόζωα υπάρχουν ενδείξεις ότι, παρόλο που η διάρκεια έκθεσης στο ΝΟ2 αυξάνει την τοξικότητά του, η βραχυχρόνια έκθεση σε πολύ υψηλές συγκεντρώσεις ίσως να παίζει πιο σημαντικό ρόλο.

Tα τελευταία δέκα χρόνια έχει δοθεί πολύ μεγάλη προσοχή στις επιδράσεις στην υγεία των αιωρούμενων ατμοσφαιρικών σωματιδίων (PM). Τα σωματίδια αυτά παράγονται κυρίως από τη βιομηχανία, τα αυτοκίνητα και τη σκόνη. Πρόσφατες επιδημιολογικές μελέτες παρέχουν ενδείξεις ότι μακροχρόνια έκθεση σε μικρές (έως και 10 μg/m3) συγκεντρώσεις αιωρούμενων ατμοσφαιρικών σωματιδίων έχει επιπτώσεις τόσο στην εμφάνιση χρόνιων συμπτωμάτων όσο και στη θνησιμότητα. Αυτό σημαίνει ότι η μακροχρόνια έκθεση σε αιωρούμενα σωματίδια στις πιο ρυπογόνες πόλεις αυξάνει τη θνησιμότητα κατά 26% σε σύγκριση με τις πιο καθαρές πόλεις, αφαιρώντας κατά μέσο όρο 1-2 χρόνια ζωής. 

Ο ΠΟΥ δεν έχει προτείνει συγκεκριμένα ανώτατα όρια έκθεσης στα αιωρούμενα ατμοσφαιρικά σωματίδια, επειδή από τις μελέτες που έχουν γίνει δεν προκύπτει συγκέντρωση κάτω από την οποία να μην έχουν παρατηρηθεί επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία.